Η έκτακτη σύσκεψη στο Μαξίμου που πραγματοποιείται αυτή την ώρα λειτουργεί πλέον ως το πιο εύγλωττο σύμπτωμα ενός καθεστώτος που ανακαλύπτει, αργά και άτσαλα, τα ίδια του τα όρια.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτήν την έκτακτη συγκέντρωση υπηρεσιακών και πολιτικών παραγόντων ως άσκηση ευθύνης, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κοσμική επιβεβαίωση πανικού: μια διαρκή επανάληψη του ίδιου φθαρμένου δόγματος ότι η διοίκηση μπορεί να υποκαθιστά την κοινωνία.
Η εικόνα του πρωθυπουργού να προεδρεύει, υποτίθεται, ενός «επείγοντος» οργάνου διαχείρισης κρίσης εκθέτει περισσότερο από ό,τι προστατεύει αφού ενσαρκώνει την πολιτική εκείνη που μπερδεύει τον διοικητικό αυτοματισμό με το κύρος, και τη συγκέντρωση προσώπων με τη συγκρότηση πολιτικής. Ο πανικός εδώ δεν είναι ψυχολογικός αλλά θεσμικός: διαρρέει την ίδια την κατασκευή της κυβερνησιμότητας, καθιστώντας ολοφάνερο ότι ο πρωθυπουργός έχει χάσει το μοναδικό νόημα που νομιμοποιεί τη θέση του — την ικανότητα να προηγείται των γεγονότων αντί να κυνηγά τις συνέπειές τους.
Ακόμη πιο εκκωφαντικό, όμως, είναι ότι αυτή τη φορά η κρίση δεν έρχεται από τους συμβατικούς αντιπάλους του συστήματος εξουσίας αλλά από τα εδάφη που κάποτε θεωρούνταν προνομιακά δικά του: την παραγωγική ύπαιθρο, τους κόσμους της γης, τα στρώματα εκείνα που δεν κινούνται από ιδεολογικούς αυτοματισμούς αλλά από την απλή, βαθιά πολιτική λογική του «δεν αντέχουμε άλλο».
Η κυβέρνηση, που διατηρεί πλέον ως μόνη πραγματική κοινωνική της βάση μια λεπτή, σχεδόν εστέτ αριστοκρατία διαπλοκής, οικονομικής υπεροχής και επικοινωνιακής αυτάρκειας, ανακαλύπτει ότι το υπόλοιπο σώμα της χώρας έχει τελείως αποκολληθεί από την εικόνα της.
Η ειρωνεία —ακαταμάχητη μέσα στη σκληρότητά της— είναι πως ακριβώς αυτή η τάξη των πλουτοκρατών και των επαγγελματιών της ισχύος, που για χρόνια παρήγαγε την ψευδαίσθηση σταθερότητας, καθιστά σήμερα τον πρωθυπουργό πολιτικά έκθετο και κοινωνικά απονομιμοποιημένο.
Δεν υπάρχει πια καμία ηγεμονική αφήγηση ικανή να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια, υπάρχει μόνο η βουβή, ανυποχώρητη απαίτηση των πολλών να επιστραφεί το δικαίωμα στη στοιχειώδη βιωσιμότητα.
Και το πιο ανησυχητικό για το Μαξίμου —και το πιο απολαυστικά αποκαλυπτικό για τον ουδέτερο παρατηρητή— είναι ότι αυτή η αποσύνδεση δεν περιορίζεται πια στην κοινωνία αλλά διαπερνά το ίδιο το κυβερνητικό σώμα.
Οι τοπικές κοινωνίες πιέζουν, οι αγροτικοί κόσμοι μετακινούνται, και οι βουλευτές, όσοι ακόμη διαθέτουν υποψία πολιτικής αυτοσυντήρησης, αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν επ’ άπειρον να θυσιάζονται στον βωμό μιας ηγεσίας που δεν παράγει πολιτική αλλά προβάλλει μόνον διαχειριστικό άγχος.
Η προοπτική εσωτερικής εξέγερσης στην κοινοβουλευτική ομάδα δεν είναι πια σενάριο, είναι η φυσική κατάληξη ενός συστήματος που έχει χάσει την επαφή με τον εαυτό του.
Αν η σύσκεψη του Μαξίμου δηλώνει κάτι, είναι ότι η κυβέρνηση αισθάνεται πως πλησιάζει το σημείο κατάρρευσής της — και πως, για πρώτη φορά, το έχει καταλάβει με τρόπο που ούτε μπορεί να κρύψει ούτε να αντιστρέψει.
Μάνος Λαμπράκης | FB




