Home Opinions Το πέναλτι της Ιστορίας – και ο φόβος του τερματοφύλακα

Το πέναλτι της Ιστορίας – και ο φόβος του τερματοφύλακα

42
0

Όταν η πρόταση για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής με κατηγορούμενο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό για το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας κατατέθηκε από τέσσερα κόμματα της αντιπολίτευσης, πολλοί βιάστηκαν να τη χλευάσουν. Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες: ειρωνεία, απαξίωση, επιθέσεις σε όσους τόλμησαν να αγγίξουν –έστω συμβολικά– το “ιερό τοτέμ” του συστήματος. Ο κυβερνητικός μηχανισμός κινήθηκε όπως πάντα: με φωνές, πρόσωπα-κονσέρβες, επιχειρηματολογία-κοπυπάστε, ρητορική έντασης και προβλέψιμο μενού σχολιαστών που παίζουν σε όλα τα κανάλια.

Αλλά η αλήθεια είναι ότι κάτι πήγε λάθος. Κάτι δεν λειτούργησε όπως σχεδίαζαν.

Οι πολίτες –όχι στο Twitter, αλλά στο καθημερινό, «πεζό» τους βίωμα– δεν σαγηνεύτηκαν από το αφήγημα περί «λογικής απέναντι στον λαϊκισμό». Δεν πείστηκαν ότι η υπόθεση των Τεμπών είναι μια «κακιά στιγμή», ούτε ότι η βαριά κατηγορία περί προδοσίας είναι απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα της πρώτης δημοσκοπικής αποτύπωσης, οι αριθμοί προκάλεσαν αμηχανία. Όχι επειδή κατέρρευσε η κυβερνητική θέση –αυτό συμβαίνει σταδιακά εδώ και μήνες– αλλά επειδή το 33% των πολιτών δήλωσε πως θεωρεί απολύτως θεμιτή την πρόταση για παραπομπή Μητσοτάκη σε Προανακριτική με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα νομικής πειθούς. Δεν βασίζεται σε ερμηνεία δικογραφιών ή άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Είναι ένστικτο. Είναι συλλογικό βίωμα. Είναι ο πολιτικός απόηχος από ένα τραύμα που δεν έκλεισε – και δεν μπορεί να κλείσει όσο αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές στρατηγικές και όχι με ειλικρίνεια.

Το ότι η ίδια η κυβέρνηση της Ν.Δ. είχε αλλάξει τον Ποινικό Κώδικα με τρόπο που ενίσχυσε τη νομική βάση της κατηγορίας περί εσχάτης προδοσίας –όπως υπενθύμισε εμμέσως και η γνωστή παρέμβαση Βενιζέλου για την υπόθεση Novartis το 2020– είναι ειρωνεία ιστορική. Όμως η ειρωνεία είναι πάντα μέρος του πολιτικού θεάτρου. Το θέμα είναι πως τώρα, αυτό το θέατρο δεν παίζεται μπροστά σε αδιάφορους θεατές, αλλά σε κοινό που διψά για κάθαρση.

Δεν έχει σημασία αν η πρόταση θα απορριφθεί (θα απορριφθεί). Σημασία έχει ότι η σιωπή δεν είναι πλέον δεδομένη. Η κοινή γνώμη δεν συμπορεύεται πια με την εθνική ρητορεία περί «τραγωδίας», «συγκάλυψης ευθυνών» και «πολιτικού πολιτισμού». Δεν ανέχεται τη σιωπηρή επιβράβευση της ατιμωρησίας. Γι’ αυτό και ο φόβος του Μαξίμου μπροστά στην κάλπη με το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι αβάσιμος. Δεν είναι μόνο φόβος πολιτικής φθοράς. Είναι η υπαρξιακή αγωνία ενός συστήματος εξουσίας που βλέπει, μέρα με τη μέρα, τον λαό να του γυρίζει την πλάτη.

Και κάπου εκεί ξεκινά η αποδόμηση. Όχι με βαρύγδουπες φράσεις ή μεγάλα νομικά επιχείρηματα. Αλλά με μικρές, αθόρυβες ρωγμές στην κοινωνική συνείδηση. Το γεγονός ότι το ίδιο το σύστημα προσπάθησε να «εξαφανίσει» τις παρεμβάσεις Καραμανλή και Σαμαρά με μια «συμπτωματική» απεργία στη διανομή Τύπου λέει πολλά. Πρώτον, ότι δεν εμπιστεύεται ούτε την κοινή γνώμη ούτε την κρίση των στελεχών του. Και δεύτερον –κυρίως– ότι λειτουργεί με τρόμο απέναντι στο ίδιο του το παρελθόν.

Η πρόταση της Καρυστιανού δεν θα περάσει. Αλλά ο απόηχός της θα μείνει. Και το γεγονός ότι συσπείρωσε πίσω της το μεγαλύτερο ποσοστό πολιτικής αποδοχής δείχνει ότι η κοινωνία δεν φοβάται τις λέξεις. Ίσως γιατί έχει κουραστεί από τη σιωπή. Ίσως γιατί διαισθάνεται ότι η ατιμωρησία δεν είναι απλώς πρόβλημα δημοκρατίας – είναι πρόβλημα ασφάλειας, συνύπαρξης, μέλλοντος.

Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει όταν ερευνά. Κινδυνεύει όταν σιωπά. Κινδυνεύει όταν κλείνει τα αυτιά στους πολίτες και δίνει μικρόφωνο στους ενοίκους του πολιτικού θερμοκηπίου. Η συζήτηση για την Προανακριτική είναι, στην πραγματικότητα, συζήτηση για την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας: Θα αντέξει τον έλεγχο ή θα ξαναγυρίσει στην εποχή του ελέω εξουσίας απορρίπτοντας τους «ανορθολογιστές»;

Ό,τι κι αν γίνει στην ψηφοφορία, ό,τι κι αν μεθοδεύσει η κυβέρνηση, ένα είναι βέβαιο: η σφαίρα έχει φύγει από το σημείο του πέναλτι. Και το κοινό περιμένει να δει αν ο τερματοφύλακας Πρωθυπουργός θα τη δει να αναπαύεται στα δίχτυα. Γιατί, τελικά, σε αυτόν τον αγώνα δεν αρκεί να πείσεις τον διαιτητή – πρέπει να πείσεις τους θεατές. Και αυτοί, πλέον, έχουν άποψη.

————————————–

The Penalty of History – and the Goalkeeper’s Fear

When four opposition parties submitted a proposal to establish a Parliamentary Preliminary Investigation Committee that would include the Prime Minister himself as the accused—charged with high treason over the tragic Tempi train disaster—many rushed to dismiss it as absurd. The initial reactions were predictably contemptuous: mockery, scorn, and coordinated attacks against those daring to touch the symbolic “untouchable” figure of the system. The government’s communication machine mobilized in familiar fashion—loud voices, recycled experts, robotic analysts, and a predictable parade of TV-friendly commentators.

But something didn’t go as planned.
Something shifted.

The public, far from being swayed by the media mantra of “reason vs. populism,” didn’t buy into the narrative that the Tempi disaster was just an unfortunate incident. Nor did they accept that calling the Prime Minister a traitor was just a stunt. When the first poll results came out, they didn’t confirm the expected rejection of the proposal. Instead, they revealed something deeper: 33% of respondents agreed with the proposition to indict Kyriakos Mitsotakis for high treason—not out of legal analysis, but from collective instinct, from the gut of a wounded society.

This is not legal reasoning. This is lived experience. It is the political echo of a trauma that has not healed—and cannot heal as long as it is dealt with through spin, silence, or misdirection.

The irony is harsh: it was the Mitsotakis government itself that amended the Penal Code in a way that opened a legal pathway to define abuses of prime ministerial power as high treason—as noted in a widely circulated 2020 speech by former Deputy PM Evangelos Venizelos during the Novartis case. The legal team representing the victims’ families simply used the legal tools provided by the government itself.

This proposal, of course, will not pass in Parliament. It will be voted down. But that is not the real point.

What matters is that the idea took root. That the public is no longer content with silence or consolation. That for the first time, the communication fortress of the ruling party looks fragile. A third of the electorate embraced a word—betrayal—which until recently belonged only to history books or slogans. Now it appears on the lips of ordinary citizens.

This is not about justice alone. It’s about dignity. It’s about accountability.

The real fear of the Maximos Mansion (the PM’s office) is not the vote itself, but the image of a ballot box in Parliament with the Prime Minister’s name on it. That symbolic gesture alone is politically explosive. And that fear has led to ridiculous maneuvers—like the suspicious “coincidence” of a strike halting newspaper distribution on the very day that two former Prime Ministers, Karamanlis and Samaras, were scheduled to deliver significant speeches. Coincidence? Perhaps. Strategy? Almost certainly. Either way, it reeks of small-minded control.

And yet, despite all efforts, the story spread. The fear was visible.

The Maximos PR team feared the penalty. And the goalkeeper’s fear, as we know, is always visible before the final kick.

What we’re witnessing isn’t just a legal or political clash. It’s a system collapsing under its own weight. It’s a government afraid of its own legislation, a state afraid of its own people. And if even one MP outside the four-party coalition votes for the proposal, it will spark panic—not because it will change the outcome, but because it will prove the system is no longer watertight.

As for the threats of snap elections? Empty. Reckless. No responsible government would risk elections under today’s geopolitical climate. It’s all bluff.

The truth is simple: once the people feel something deeply, it cannot be dismissed by talking heads or ministerial tweets. The term “high treason” may sound heavy. But what happened in Tempi was heavy. What followed—silence, manipulation, impunity—was heavier still.

In this game, the penalty has already been taken. The shot has left the boot.
And now the country is watching to see whether the Prime Minister will see the ball land in the back of the net.

Because in this match, it’s not the referee you need to convince.
It’s the spectators.
And this time, they’re not silent.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments