Home Opinions Η διαφορά του εθνικού ηγέτη από τον πολιτικό αρχηγό

Η διαφορά του εθνικού ηγέτη από τον πολιτικό αρχηγό

Ο τρόπος που ο Αντώνης Σαμαράς αντιμετώπισε την δική του υπαρξιακή συνθήκη κατέδειξε όχι σε ρητορικό και θεωρητικό αλλά σε βιωματικό επίπεδο την Πίστη του, την Αξιοπρέπειά του, την εσωτερική του Δύναμη, την φιλοσοφική του Εγκαρτέρηση, το βάθος της Παιδείας του. Αυτά τα στοιχεία, σε περίοδο που η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση υπαρξιακού αποπροσανατολισμού, κενού αξιών και άδηλου μέλλοντος, λειτούργησαν -παρά την δραματική τους αφετηρία- ως πυξίδα για έναν λαό που αναζητά Ηγεσία. Με την αυθεντική, οντολογική έννοια του όρου.

823
0

Γράφει ο Μελέτης Μελετόπουλος

Πολιτικός αρχηγός είναι πρόσωπο που είτε ιδρύει νέο πολιτικό σχηματισμό και αποσπά την εμπιστοσύνη μέρους του εκλογικού σώματος ποσοτικά ικανή ώστε να εισέλθει στο κοινοβούλιο· είτε ανέρχεται στην ηγεσία ήδη προϋπάρχοντος κόμματος και το οδηγεί στις εκλογές. Ο πολιτικός αρχηγός στην κοινοβουλευτική δημοκρατία καταξιώνεται όταν το κόμμα του οποίου ηγείται κερδίσει τις εκλογές και αναλάβει την εξουσία, αλλά την υστεροφημία κερδίζει με τα αποτελέσματα της διακυβέρνησής του. Και ασφαλώς το ήθος και την ακεραιότητά του.

Εθνικός ηγέτης είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν απαιτείται καν να έχει αναλάβει κάποιο τυπικό αξίωμα. Ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν ανέλαβαν τυπικά αξιώματα σε συνθήκες δημοκρατίας. Πάντως είτε κατέχει είτε όχι κάποια θέση εξουσίας, ο εθνικός ηγέτης είναι προσωπικότητα που λειτουργεί ως πρότυπο για την κοινωνία του, που ενσαρκώνει την διαχρονική ταυτότητά της και τις αξίες της, που τις επιβεβαιώνει έμπρακτα, που είναι σε θέση να ενώσει, να εμπνεύσει και να προβάλλει όραμα για το μέλλον. Μέχρι σήμερα, ο Αντώνης Σαμαράς ήταν πολιτικός αρχηγός.

Διέθετε όμως εξ αρχής εν σπέρματι τα στοιχεία του εθνικού ηγέτη. Διότι όταν νεώτατος το 1990 ανέλαβε το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών, δεν δίστασε να το εγκαταλείψει για λόγους αρχής δύο χρόνια μετά, και μάλιστα να ανατρέψει την κυβέρνηση της οποίας μετείχε, ταυτιζόμενος με την παλλαϊκή απαίτηση να μην παραδοθεί στον σκοπιανό ψευδοαλυτρωτισμό το ιερό όνομα της Μακεδονίας. Σήμερα, που η ηγεσία των Σκοπίων δηλώνει ότι «το ζήτημα της Μακεδονίας του Αιγαίου παραμένει ανοιχτό», η τότε στάση του Σαμαρά έχει πλήρως δικαιωθεί.

Η ίδρυση το 1993 της Πολιτικής Άνοιξης, ενός υπερβατικού ανανεωτικού σχήματος με στελέχη από το κέντρο και την αριστερά, έδειξε επίσης ότι ο Σαμαράς ήταν σε θέση να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές και να ανοίξει έναν νέο δρόμο πέρα από την τριτοκοσμική μανιχαϊστική διχοτόμηση της πολιτικής ζωής. Το εκλογικό σώμα όμως παρέμεινε προσκολλημένο στα οικεία και δεν τον ακολούθησε. Ο κομματικός διχασμός παρέμεινε κυρίαρχος. Το εντυπωσιακό, όμως, που έδειξε την αντοχή και επιμονή του, είναι ότι ο Σαμαράς μέσα σε μία δεκαετία (το 2009) κατέκτησε με συντριπτική λαϊκή πλειοψηφία την ηγεσία της ΝΔ. Το οποίο σημαίνει ότι η κομματική βάση της κεντροδεξιάς αναγνώρισε εκ των υστέρων την ορθότητα της σύγκρουσής του με την τότε κομματική ηγεσία το 1993.

Ο Σαμαράς ως Πρωθυπουργός

Το διάστημα 2012-2015, ο Σαμαράς, ως πρωθυπουργός, ηγήθηκε τρικομματικής κυβερνήσεως, εγκλωβισμένος στις συμπληγάδες των μνημονίων, κληρονομώντας το βάρος των ολέθριων αλλά πλέον τότε αμετάκλητων αποφάσεων των κυβερνήσεων Γιώργου Παπανδρέου και Λουκά Παπαδήμου. Προσπάθησε να διαχειριστεί μη διαχειρίσιμες καταστάσεις, ενώ ταυτόχρονα οι «εταίροι και δανειστές» τον υπονόμευαν ανοιχτά λόγω των αντιστάσεών του στις παράλογες αξιώσεις της τρόικας και είχαν ήδη προσανατολιστεί προς τον ανερχόμενο «αστέρα» του ΣΥΡΙΖΑ. Έχασε τις εκλογές του 2015 και αποχώρησε από την ηγεσία της ΝΔ, στηρίζοντας ως διάδοχό του τον σημερινό πρωθυπουργό ως εκπρόσωπο της νέας γενιάς.

Παρακολούθησε μετά το 2019 με εμφανή αμηχανία και απογοήτευση την πορεία της κυβέρνησης της ΝΔ, η οποία παραβίασε όλες τις ιδεολογικές αξίες επί των οποίων είχε θεμελιωθεί η μεταπολιτευτική κεντροδεξιά αλλά και τις κυρίαρχες αξίες της ελληνικής κοινωνίας. Μετά από ένα σημείο, σε δύο εμβληματικές ομιλίες του στο Πολεμικό Μουσείο (μαζί με τον Κώστα Καραμανλή) και σε δύο εξίσου εμβληματικές ομιλίες του στην Βουλή, ήρθε σε μετωπική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση της ΝΔ, εκφράζοντας τα αυτονόητα της ελληνικής κοινωνίας, που αγανακτισμένη έβλεπε να κατεδαφίζονται τα οντολογικά της θεμέλια. Με αποτέλεσμα το απαράδεκτο γεγονός της διαγραφής του, η οποία όμως τον απελευθέρωσε πολιτικά και τον κατέστησε πόλο έλξης μίας ευρείας κοινωνικής πλειοψηφίας, που αναζητά λύση στο αδιέξοδο.

Μέχρις αυτό το σημείο, ο Σαμαράς κινήθηκε στο μήκος κύματος ενός πολιτικού αρχηγού με εθνικά χαρακτηριστικά, δηλαδή χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν μία παράταξη. Η Διακήρυξη των 91, που απευθυνόταν στο δίδυμο Σαμαρά-Καραμανλή ως επείγουσα λύση διακυβέρνησης σε μία χώρα που πλέον διέρχεται κρίση επιβίωσης, έδειξε ότι προς τον Σαμαρά προσανατολίζονται προσωπικότητες από όλον τον χώρο που κάποτε κάλυπταν τα δύο μεγάλα κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Υπάρχει στην ιστορία ένα σημείο καμπής, το οποίο αλλάζει την μορφή ενός πολιτικού αρχηγού και τον καθιστά εθνικό ηγέτη, δηλαδή πρόσωπο αναφοράς όχι πλέον σε πολιτικό αλλά σε εθνικό επίπεδο. Αυτό το σημείο καμπής είναι μία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ή μία υπαρξιακή συνθήκη.

Ο τρόπος που ο Αντώνης Σαμαράς αντιμετώπισε την δική του υπαρξιακή συνθήκη κατέδειξε όχι σε ρητορικό και θεωρητικό αλλά σε βιωματικό επίπεδο την Πίστη του, την Αξιοπρέπειά του, την εσωτερική του Δύναμη, την φιλοσοφική του Εγκαρτέρηση, το βάθος της Παιδείας του. Αυτά τα στοιχεία, σε περίοδο που η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση υπαρξιακού αποπροσανατολισμού, κενού αξιών και άδηλου μέλλοντος, λειτούργησαν -παρά την δραματική τους αφετηρία- ως πυξίδα για έναν λαό που αναζητά Ηγεσία. Με την αυθεντική, οντολογική έννοια του όρου.

slpress.gr

The Difference Between a National Leader and a Political Party Leader

By Meletis Meletopoulos

A political party leader is a figure who either founds a new political formation, attracting sufficient electoral support to enter Parliament, or who rises to the leadership of an existing party and leads it into elections. In a parliamentary democracy, the party leader earns recognition when his party wins the elections and assumes power. Yet, he secures his historical legacy through the results of his governance — and, of course, through his ethos and integrity.

A national leader, however, is something entirely different. He does not necessarily need to hold an official position. Mahatma Gandhi and Theodoros Kolokotronis never assumed formal office under democratic conditions. Whether or not he holds power, the national leader is a personality who serves as a role model for society, who embodies its enduring identity and values, who affirms them in practice, who is able to unite, to inspire, and to project a vision for the future.

Until recently, Antonis Samaras was a political party leader. Yet from the outset, he displayed the seeds of a national leader. In 1990, when he became Minister of Foreign Affairs at a very young age, he did not hesitate to resign two years later for reasons of principle — even toppling the very government of which he was a member — aligning himself with the overwhelming popular demand that the sacred name of Macedonia should not be surrendered to Skopje’s pseudo-irredentism. Today, as the leadership of Skopje openly declares that “the issue of the Aegean Macedonia remains open,” Samaras’ stance at that time has been fully vindicated.

In 1993, the founding of Political Spring, a transcendent and reformist party bringing together figures from both the center and the left, demonstrated his ability to overcome dividing lines and open a new path beyond the Manichean fragmentation of political life. Yet the electorate clung to the familiar and did not follow him. Party divisions remained dominant. What is striking, however, is that within a decade (2009) Samaras achieved a sweeping victory in the leadership race of New Democracy. The party base of the center-right retrospectively recognized the correctness of his earlier confrontation with the party leadership in 1993.

Samaras as Prime Minister

Between 2012 and 2015, Samaras, as Prime Minister, led a tripartite government, trapped in the crushing grip of the memoranda, having inherited the consequences of the disastrous but by then irreversible decisions of the governments of George Papandreou and Lucas Papademos. He tried to manage the unmanageable, while “partners and creditors” openly undermined him due to his resistance to the unreasonable demands of the troika, having already turned their gaze toward the rising “star” of SYRIZA. He lost the 2015 elections and stepped down as ND leader, supporting his successor — the current Prime Minister — as a representative of the new generation.

After 2019, he watched with visible dismay and disappointment the course of the ND government, which violated the very ideological foundations of the post-1974 center-right and the core values of Greek society. At a certain point, in two emblematic speeches at the War Museum (together with Kostas Karamanlis) and in two equally emblematic speeches in Parliament, he confronted the ND government head-on, expressing the self-evident truths of Greek society, which in its frustration saw its ontological foundations being demolished. The result was his unacceptable expulsion — yet this liberated him politically and turned him into a rallying point for a broad social majority seeking a way out of the impasse.

Up to this point, Samaras had acted as a party leader with national characteristics — qualities that transcend partisan boundaries. The “Declaration of the 91,” which addressed the Samaras-Karamanlis duo as an urgent solution for governance in a country facing an existential crisis, showed that prominent figures across the spectrum once covered by PASOK and ND were now turning toward Samaras.

History provides a turning point that transforms a political leader into a national leader — a point where the reference shifts from the political to the national level. That turning point is an emergency or an existential condition.

The way Antonis Samaras confronted his own existential trial demonstrated — not rhetorically or theoretically, but in lived experience — his Faith, his Dignity, his inner Strength, his philosophical Endurance, the depth of his Education. In a time when Greek society is adrift in existential disorientation, deprived of values and facing an uncertain future, these elements, though born of dramatic circumstances, functioned as a compass for a people seeking Leadership. Leadership in the authentic, ontological sense of the word.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments