Γιατί έφυγαν τα παιδιά μας; Γιατί φεύγουν ακόμη; Γιατί εδώ δεν ανασαίνουν. Δεν ονειρεύονται. Δεν ζουν — επιβιώνουν. Αναγκάζονται να ψάξουν μέλλον αλλού, εκεί που ο ήλιος δεν καίει τα φτερά τους. Εδώ, δεν τους επιτρέπεται να πετάξουν. Εδώ, φυτεύονται μεν ελπίδες αλλά θερίζονται μόνο χρέη.
Η κοινωνία μας αδειάζει, όχι μόνο από ανθρώπους αλλά και από πίστη. Οι νέοι μας δεν εγκατέλειψαν την πατρίδα — τους εγκατέλειψε εκείνη. Τους πρόδωσαν αυτοί που βλέπουν μόνο αριθμούς, μόνο κέρδη, μόνο λογαριασμούς. Που δεν βλέπουν ανθρώπους, μόνο εμπόρευμα. Που έχουν μετατρέψει την ανθρώπινη ανάγκη, σε επένδυση. Την εργασία, σε σκλαβιά. Τη ζωή, σε αριθμό στο ταμείο.
Θα τους αφήσουμε και άλλο; Θα συνεχίσουμε να προσπερνάμε τα δεσμά μας σαν να είναι φυσικά; Ή θα υψώσουμε ξανά το ανάστημά μας, όπως ξέρουμε; Δεν χρειαζόμαστε θαύματα. Χρειαζόμαστε ανθρώπους. Τους αληθινούς. Και πίστη πως μπορούμε να σταθούμε όρθιοι, μαζί. Για να σταματήσει ο κατήφορος. Είναι χρέος μας και είναι στο χέρι μας.



